Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Ρώμη: Φασίστες και μαφιόζοι δουλεύουνε μαζί


Αναδημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο, από τον ιστότοπο Hit&Run, γιατί δείχνει πώς σήμερα ο φασισμός, ως κοινωνική τάση, αναπτύσσεται σε συνάφεια με το οργανωμένο έγκλημα και το αστυνομικό κράτος. Όσα περιγράφονται παρακάτω διαδραματίστηκαν στην Ρώμη, αλλά η ίδια ακριβώς σύμφυση φασισμού, μαφίας και κράτους εμφανίστηκε και σε ορισμένες γειτονιές του κέντρου της Αθήνας. Πόσες φορές δεν ακούσαμε, για την πλατεία του Άγ. Παντελεήμονα, ότι ήταν η παρουσία "υπεράριθμων" μεταναστών/τριών η αιτία που εξηγεί τις ρατσιστικές αντιδράσεις ορισμένων "κατοίκων" ανήσυχων για την "υποβάθμιση" της περιοχής τους; Σήμερα έχουν γίνει αρκετά πράγματα γνωστά για το βίο και την πολιτεία των φασιστοκατοίκων, και τη σχέση Ναζί, μαφίας και αστυνομίας στον Άγ. Παντελεήμονα. Η τρομοκράτηση των μεταναστών/τριών από τα τάγματα εφόδου που οργάνωνε ο Παναγιώταρος και η Σκορδέλη δεν ήταν μόνο μια εκδήλωση μισανθρωπικού μένους, αλλά και μια επικερδής μπίζνα. Το γεγονός ότι αντίστοιχες μπίζνες γίνονται και αλλού καταδεικνύει πως ο σύγχρονος φασισμός είναι κάτι πολύ πιο βαθύ και σοβαρό από ό,τι μια πρόσκαιρη αναβίωση της ναζιστικής ιδεολογίας ή μια συγκυριακή τύφλωση οικονομικά κατεστραμμένων μαζών.
 

Φασίστες και μαφιόζοι δουλεύουνε μαζί
 

Του Δημήτρη Δεληολάνη

Από τις αρχές του Νοεμβρίου σε πολλές λαϊκές συνοικίες της Ρώμης ξέσπασε μεγάλο και μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στην παρουσία κέντρων υποδοχής μεταναστών, προσφύγων ή ρομά.


Η εξέγερση των προαστίων

Εκατοντάδες εξαγριωμένοι κάτοικοι κατέβηκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τα κέντρα υποδοχής μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά τους. Οι διαμαρτυρίες κατέληξαν σε σοβαρά βίαια επεισόδια στη συνοικία Τορ Σαπιέντσα, όπου οι δημοτικές αρχές δημιούργησαν το καλοκαίρι κέντρο στέγασης και υποστήριξης ανηλίκων προσφύγων, που έφθασαν στην Ιταλία ασυνόδευτοι. Οι εξαγριωμένοι κάτοικοι πετροβόλησαν κι έσπασαν τα τζάμια του κέντρου ενώ ξυλοκόπησαν και κάποιους νέους πρόσφυγες που τόλμησαν να βγουν έξω. Οι νεαροί πρόσφυγες κατηγορήθηκαν ότι παρενοχλούσαν τις γυναίκες στο δρόμο και υπήρξαν μάλιστα καταγγελίες για απόπειρες βιασμού (εντελώς αβάσιμες, όπως γρήγορα αποδείχθηκε). Παράλληλα, κυκλοφορούσαν πληροφορίες (εντελώς αβάσιμες) ότι οι νεαροί πρόσφυγες εισέπραταν 40 ευρώ την ημέρα και ότι είχαν προνομιακή μεταχείριση στην παροχή λαϊκής κατοικίας: «Να δώσουν τα λεφτά και τα σπίτια μας», φώναζαν οι κάτοικοι.

Ήδη από την πρώτη ημέρα στις διαμαρτυρίες των κατοίκων συμμετείχαν ενεργά μέλη νεοφασιστικών οργανώσεων της Ρώμης, όπως η Casa Pound και η Forza Nuova. Αρχικά η συμμετοχή των φασιστών ήταν υπόγεια, χωρίς κομματικά σύμβολα, με τα ξυρισμένα κεφάλια να εμφανίζονται στα κανάλια σαν «αγανακτισμένοι πολίτες». Γρήγορα όμως η συμμετοχή τους αναγνωρίστηκε επισήμως, καθώς έσπευσε στην Τορ Σαπιέντσα ο ευρωβουλευτής της Λέγκας του Βορρά Μάριο Μποργκέτσιο.


Ο Μποργκέτσιο, στα νιάτα του μέλος της τρομοκρατικής νεοφασιστικής οργάνωσης Ordine Nuovο, υπήρξε ανέκαθεν εκπρόσωπος της ακροδεξιάς πτέρυγας της Λέγκας. Αυτή τη φορά όμως ο ευρωβουλευτής δεν είχε έρθει μόνος του να στηρίξει τους ομοϊδεάτες του: τώρα πια, ολόκληρη η Λέγκα έχει μετακινηθεί σε ακροδεξιές θέσεις, σε συμμαχία με τη γαλλίδα Μαρίν Λεπέν. Μετά την περιθωριοποίηση του ιστορικού ηγέτη και ιδρυτή του κόμματος Ουμπέρτο Μπόσι (υπόδικος για υπεξαίρεση από τα ταμεία του κόμματος), ο νέος ηγέτης Ματτέο Σαλβίνι αποφάσισε να εγκαταλείψει τα παραδοσιακά συνθήματα της Λέγκας (την απόσχιση από την Ιταλία και την ανεξαρτησία της «Παδανίας») και να τη μετατρέψει από τοπικιστικό σε πανιταλικό, αντιευρωπαϊκό και ακροδεξιό κόμμα, εξασφαλίζοντας υποστήριξη και στην κεντρική και τη νότια Ιταλία, όπου μέχρι χθες ήταν ανύπαρκτη. Για να γίνει αυτό, ο Σαλβίνι άρχισε να μεταφράζει στα ιταλικά τα συνθήματα του γαλλικού Εθνικού Μετώπου: έξω από το ευρώ, έξω από την ΕΕ, μπλόκο στη λαθρομετανάστευση, πριμοδότηση των ιταλών στις κοινωνικές υπηρεσίες.

Με την άφιξη στην Τορ Σαπιέντσα φασιστών και στελεχών της Λέγκας η διαμαρτυρία έλαβε άλλες διαστάσεις. Ενώ πολλοί από τους κατοίκους εγκατέλειψαν το κίνημα διαμαρτυρίας, οι άρτι αφιχθέντες διεύρυναν τους στόχους τους, περιλαμβάνοντας κι έναν μεγάλο καταυλισμό ρομά που βρίσκεται στην ίδια περιοχή με περίπου 800 οικογένειες. Οι τσιγγάνοι κατηγορήθηκαν ότι «έχουν ρημάξει τη γειτονιά» και ότι «πουλάνε ναρκωτικά».

Οι διαμαρτυρίες στην Τορ Σαπιέντσα έβαλαν στο στόχαστρο τον κεντροαριστερό Δήμαρχο της Ρώμης Ινιάτσιο Μαρίνο, που εκλέχτηκε το 2013 με την υποστήριξη και της αριστεράς προκειμένου να αντικαταστήσει τον χρεοκοπημένο ακροδεξιό προκάτοχό του Τζάνι Αλεμάνο. Στο ενάμισι έτος παραμονής στο Μέγαρο του Καπιτωλίου, ο Μαρίνο μάλλον απογοήτευσε τους ψηφοφόρους του. Όχι μόνον έκανε απανωτές γκάφες (πάρκαρε αντικανονικά, δεν πλήρωσε τις κλήσεις, μίλησε για «συνωμοσία»), αλλά, το κυριότερο, φάνηκε αδιάφορος για τα προβλήματα μιας δύσκολης πόλης όπως η Ρώμη, κρατώντας το βλέμμα του μονίμως στραμμένο προς την πολιτική σταδιοδρομία του εντός της νομενκλατούρας του Δημοκρατικού Κόμματος.

Με την οργισμένη έκρηξη στην Τορ Σαπιέντσα οι προβολείς στράφηκαν προς τα εγκαταλελειμμένα λαϊκά προάστια, με τη μία και μοναδική γραμμή λεωφορείου που περνά επισήμως κάθε ώρα, την έλλειψη κάθε υπηρεσίας, τη φτώχεια και την ανεργία. Τόσο που ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ματτέο Ρέντσι φρόντισε να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του για τη διαχείριση Μαρίνο, στέλνοντας απανωτές προειδοποιήσεις: ή ο Δήμαρχος θα γυρίσει σελίδα ή θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες για αντικατάστασή του. Η οργάνωση Ρώμης του Δημοκρατικού Κόμματος ετέθη σε κατάσταση συναγερμού: Έπρεπε να δοθεί γρήγορα λύση στα πραγματικά προβλήματα, αλλιώς ο κίνδυνος ήταν να επαναληφθούν και στη Ρώμη τα επεισόδια του 2005 στην παρισινή banlieue, με τους φασίστες να επεκτείνουν την επιρροή τους στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Να ξεσπάσει, με άλλα λόγια, ένας πόλεμος μεταξύ φτωχών και ακόμη φτωχότερων.

Η φασιστική Μαφία

Ενώ όμως οι ακροδεξιοί και ο Μποργκέτσιο φώναζαν ρατσιστικά συνθήματα στην Τορ Σαπιέντσα, στις αρχές Δεκεμβρίου το σκηνικό ανετράπη μονομιάς. Από τη μια μέρα στην άλλη αποκαλύφθηκε ότι αυτοί οι ίδιοι που κατηγορούσαν τους «κλέφτες γύφτους» και τους «βρωμονέγρους», είχαν γίνει πλούσιοι χάρη σε αυτούς. Ένα τεράστιο κύκλωμα, «μαφιόζικου τύπου», σύμφωνα με τους δικαστικούς, είχε θέσει υπό τον έλεγχό του το σύστημα υποδοχής και εγκατάστασης μεταναστών, προσφύγων, καθώς και τα δημοτικά προγράμματα στέγασης των νομάδων.

Επικεφαλής του κυκλώματος ένας νεοφασίστας πρώην τρομοκράτης, ο Μάσιμο Καρμινάτι, με πολλές καταδίκες στην πλάτη του. Τριάντα επτά οι συλληφθέντες, περισσότερες από εκατό οι δικαστικές κλήσεις, ανάμεσα στις οποίες και μία για τον πρώην δήμαρχο Αλεμάνο. Ο νεοφασιστικός καρκίνος, σύμφωνα με την εισαγγελία της Ρώμης, γιγαντώθηκε επί δημαρχίας του, όταν φρόντισε να διορίσει σε υπεύθυνες θέσεις μια σειρά από νεοφασίστες, ενίοτε πρώην τρομοκράτες, που τώρα βρέθηκαν στο στόχαστρο των ερευνητών. Όπως ο Ρικάρντο Μαντσίνι, ΔΣ της δημοτικής εταιρείας EUR, στη δεκαετία του ΄70, ο άνθρωπος που έκρυβε το οπλοστάσιο της νεοφασιστικής οργάνωσης Avanguardia Nazionale (συνεργαζόμενη με τον Κώστα Πλεύρη και την ελληνική χούντα), μεγάλος χρηματοδότης του Αλεμάνο. Όπως ο Στέφανο Αντρίνι, που αναδείχθηκε ως χούλιγκαν της Lazio, μετέπειτα naziskin (με αυτή την ιδιότητα προκάλεσε σοβαρά τραύματα σε δυο νεαρούς περαστικούς το 1989 και καταδικάστηκε σε περίπου 5 χρόνια φυλακή για απόπειρα ανθρωποκτονίας). Μετά την αποφυλάκισή του επιβραβεύτηκε με μια θέση στο Υπουργείο Αποδήμων (υπουργός ο νεοφασίστας Μίρκο Τρεμάλια) και το 2009 ο δήμαρχος Αλεμάνο τον διόρισε στο ΔΣ της δημοτικής εταιρείας απορριμμάτων. Όπως ο Αντόνιο Λουκαρέλι, επικεφαλής της Γραμματείας του Δημάρχου, πρώην εκπρόσωπος Τύπου της Forza Nuova. Ορισμένοι ίσως να θυμούνται τους φασιστικούς χαιρετισμούς στην πλατεία του Καπιτωλίου το βράδυ της εκλογής του Αλεμάνο, το 2008. Τώρα ξέρουμε τι ακριβώς σήμαιναν: η κυβέρνηση της πόλης πέρασε στα χέρια των νοσταλγών του Μουσολίνι και του Χίτλερ.

Οι μετανάστες πιο επικερδείς από τα ναρκωτικά

Το κύκλωμα είχε καταφέρει να θέσει υπό τον έλεγχό του όλες τις επιχειρήσεις του Δήμου, από την αποκομιδή των σκουπιδιών έως την καθαριότητα των δρόμων, τον φωτισμό, την αποχέτευση, τις συγκοινωνίες και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Ιδιαίτερα αυτό το σκέλος είναι κι εκείνο που προκάλεσε τη μεγαλύτερη εντύπωση. Το ακροδεξιό κύκλωμα γρήγορα κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του όλες τις υπηρεσίες του Δήμου της Ρώμης υπέρ των μεταναστών και των ρομά.



Προκειμένου να τα καταφέρει ενέταξε στο κύκλωμα ήδη από το 2008 έναν συνεταιρισμό πρώην φυλακισμένων με την ονομασία «29 Ιουλίου». Ο συνεταιρισμός ιδρύθηκε στη δεκαετία του ΄80 από τον Σαλβατόρε Μπούτσι, έναν πρώην κατάδικο για ανθρωποκτονία, που στα νιάτα του κινείτο στο χώρο της Αυτονομίας. Με την υποστήριξη της ισχυρής Ένωσης Συνεταιρισμών, που πρόσκειται στο Δημοκρατικό Κόμμα, η «29 Ιουλίου» κατάφερε να εξασφαλίσει σημαντικές εργολαβίες. Η πραγματική επιχειρηματική απογείωσή του όμως ξεκίνησε από την εκλογή Αλεμάνο, όταν ο τότε πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατάργησε τους μειοδοτικούς διαγωνισμούς για τις υπηρεσίες υπέρ των μεταναστών και επέτρεψε τις απ’ ευθείας αναθέσεις. Χάρη στα ακροδεξιά στελέχη του κυκλώματος που ήταν σε στρατηγικές θέσεις στο Δήμο, ο συνεταιρισμός εξασφάλισε τον έλεγχο και των δύο κέντρων «προσωρινής κράτησης» στη Ρώμη, καθώς και των κέντρων για τους ανήλικους ή τη μετεγκατάσταση των νομάδων, όπως εκείνο στην Τορ Σαπιέντζα. Συνολικά οι πρόσφυγες στη Ρώμη ήταν φέτος 2.581, για τους οποίους το ιταλικό δημόσιο ξόδεψε 35 εκατομμύρια ευρώ συν 7 που ήταν το μερίδιο του Δήμου. Το μισό από το ποσό αυτό μπήκε στα ταμεία του συνεταιρισμού, που θα κλείσει το παρόν έτος με κύκλο εργασιών 50 περίπου εκατομμυρίων. Το 20% του ποσού αυτού πήγαινε στις στέπες του κυκλώματος. «Μα το ξέρεις πόσα βγάζουμε εμείς από τους μετανάστες; Περισσότερα και από τα ναρκωτικά», ακούγεται να λέει ο Μπούτσι στον Καρμινάτι σε τηλεφωνική υποκλοπή των καραμπινιέρων.

Επίσης επικερδείς και οι επιχειρήσεις μετεγκατάστασης των ρομά. Από το 2008 ο Αλεμάνο ξεκίνησε την κατεδάφιση των παραγκουπόλεων που είχαν δημιουργηθεί στα περίχωρα της πόλης. Οι νομάδες αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν σε ελεγχόμενους οικισμούς: ο έλεγχος, η οικοδόμηση και όλες οι υπηρεσίες ήταν στη δικαιοδοσία της ρωμαϊκής μαφίας, που μόνο φέτος υπολογίζεται να αποκόμισε από αυτό περίπου 27 εκατομμύρια ευρώ.

Παρ’ ότι οι εγκέφαλοι και πρωτεργάτες του κυκλώματος είναι σαφέστατα ακροδεξιοί που ευνοήθηκαν ανοιχτά από τον πρώην Δήμαρχο Αλεμάνο, η δικαστική έρευνα απέδειξε ότι αργά ή γρήγορα εντάχτηκαν σε αυτό και πολιτικοί της κεντροαριστεράς, ακόμη και εκπρόσωποι της τωρινής δημοτικής αρχής, όπως ο αντιδήμαρχος αρμόδιος για θέματα στέγασης Ντανιέλε Ότζιμο (που παραιτήθηκε) και ο επικεφαλής της Γραμματείας του Δημάρχου Ματία Στέλλα, αμφότεροι του Δημοκρατικού Κόμματος. Ο Ρέντσι καθαίρεσε από όλα τα αξιώματα την οργάνωση Ρώμης του κόμματος και τοποθέτησε ως επίτροπο τον πρόεδρο του κόμματος Ματέο Ορφίνι. Ο νέος επίτροπος παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις της δικαστικής έρευνας: ο κίνδυνος είναι να βρεθεί αναμεμειγμένος όχι μόνον ο Δήμαρχος Μαρίνο, αλλά και ο Υπουργός Εργασίας Τζουλιάνο Πολέτι, μέχρι πέρσι πρόεδρος της Ένωσης Συνεταιρισμών, εικονιζόμενος σε γεύμα του 2010 με τον Αλεμάνο και σχεδόν όλα τα στελέχη τώρα στη φυλακή.




Ο Μάσιμο Καρμινάτι

Ο ιθύνων νους όμως όλου αυτού του κυκλώματος είναι ο Καρμινάτι, ο άνθρωπος-σύμβολο της φασιστομαφιόζικης διαπλοκής. Ο Καρμινάτι υπήρξε στο παρελθόν στέλεχος πρώτου μεγέθους της νεοφασιστικής τρομοκρατίας. Στην τελευταία τάξη του λυκείου εντάχτηκε στην οργάνωση Ένοπλοι Επαναστατικοί Πυρήνες NAR που οργάνωσαν οι συμμαθητές του Βαλέριο Φιοραβάντι και Φραντσέσκα Μάμπρο. Οι τρομοκρατικές του ενέργειες λίγες αλλά σημαντικές: κατηγορήθηκε (αλλά αθωώθηκε λόγω ανεπαρκείας αποδεικτικών στοιχείων) ότι το 1978 δολοφόνησε δύο αριστερούς, τους Φάουστο και Ιάιο, που διεξήγαγαν έρευνες για τις διασυνδέσεις της άκρας δεξιάς με τη διακίνηση ηρωίνης στο Μιλάνο. Συμμετείχε επίσης, με στελέχη των NAR και της νεοφασιστικής οργάνωσης Τρίτη Τοποθέτηση, σε μια περιπετειώδη ληστεία σε τράπεζα στη Ρώμη.

Πολύ πιο έντονη η δράση του Καρμινάτι στο πεδίο του κοινού εγκλήματος, κατά κανόνα σε συνεργασία με την περιβόητη Συμμορία της Μαλιάνας, την πρώτη μαφιόζικου τύπου οργάνωση της Ρώμης. Ο Καρμινάτι αναδείχθηκε γρήγορα ως ο άνθρωπος που έθετε σε επικοινωνία το πολιτικό με το κοινό έγκλημα στη Ρώμη: η λεία της ληστείας ανακυκλώθηκε από τη Συμμορία, τα ίδια τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν στη διάθεσή της, αποθηκευμένα στα υπόγεια του Υπουργείου Υγείας. Το 1979 υπήρξε μια παρεξήγηση: οι νεοφασίστες δεν επέστρεψαν στο κοινό οπλοστάσιο κάποια οπλοπολυβόλα και οι συμμορίτες απήγαγαν έναν ακροδεξιό τρομοκράτη, τον Πάολο Αλεάντρι. Ο Καρμινάτι ανέλαβε να διαμεσολαβήσει: μετά από ένα μήνα έδωσε στη Συμμορία άλλα δυο οπλοπολυβόλα σε αντικατάσταση εκείνων που χάθηκαν κι εξασφάλισε την απελευθέρωση του Αλεάντρι. Το ίδιο έτος, ο Καρμινάτι, σύμφωνα με την κατάθεση ανανηψάντων μαφιόζων, ήταν επικεφαλής του κομάντο που δολοφόνησε τον δημοσιογράφο Μίνο Πεκορέλι. Είναι η περίφημη υπόθεση που οδήγησε δύο φορές στα δικαστήρια τον επί επτά φορές πρωθυπουργό Τζούλιο Αντρεότι. Συμφώνα με το κατηγορητήριο (που όμως δεν επιβεβαιώθηκε από τους δικαστές) η εκτέλεση διοργανώθηκε από τη σικελική μαφία κατόπιν αιτήσεως του περιβάλλοντος Αντρεότι διότι ο Πεκορέλι ετοιμαζόταν να προβεί σε αποκαλύψεις επιζήμιες για τον χριστιανοδημοκράτη πολιτικό. Το επόμενο έτος, το 1980, ανέλαβε για λογαριασμό της Συμμορίας τη δολοφονία ενός ανταγωνιστή στη διακίνηση ναρκωτικών, ενώ παράλληλα ετέθη υπεύθυνος για την είσπραξη χρεών, εκφοβισμούς κι εκβιασμούς.

Ο Καρμινάτι είναι γνωστός στον υπόκοσμο της Ρώμης με το παρατσούκλι «ο Στραβός»: το 1981 πυροβολήθηκε από τους καραμπινιέρους ενώ προσπαθούσε να περάσει κρυφά τα ιταλο-ελβετικά σύνορα, μαζί με δυο νεοφασίστες της AvanguardiaNazionale. Οι καραμπινιέροι τους είχαν στήσει ενέδρα: μια σφαίρα τον τραυμάτισε σοβαρά κι έχασε το δεξί του μάτι. Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια κάθειρξη μαζί με άλλα 55 μέλη των NAR.

Η Συμμορία της Μαλιάνας

Η σημερινή δικαστική έρευνα κατευθύνεται από τον εισαγγελέα της Ρώμης Τζουζέπε Πινιατόνε, πρώην μαχόμενο δικαστή στο Παλέρμο, ειδικό στις εγκληματικές οργανώσεις των λευκών κολάρων. Ο Πινιατόνε θεωρεί τη μαφιόζικη οργάνωση του Καρμινάτι μια επανέκδοση, 25 χρόνια αργότερα, του οργανωτικού προτύπου της Συμμορίας της Μαλιάνας. Μια συμμορία που άρχισε να σχηματίζεται γύρω στο 1976, όταν η μεγαλύτερη μέχρι τότε συμμορία της Ρώμης εξαρθρώθηκε από την αστυνομία. Ήταν η συμμορία των Μασσαλιωτών, ιταλοί δεύτερης γενιάς που είχαν γεννηθεί στη Γαλλία: ληστές, αλλά και απαγωγείς, εκβιαστές και διακινητές ναρκωτικών.



Οι διασυνδέσεις με τους νεοφασίστες τρομοκράτες χαρακτηρίζουν ευθύς εξ αρχής τη δράση της Συμμορίας. Πολλά ηγετικά στελέχη της είχαν ακροδεξιές πεποιθήσεις, όπως ο Φράνκο Τζουζεπούτσι, ένας ληστής που διατηρούσε στο σπίτι του προτομές του Μουσολίνι. Αυτό διευκόλυνε πολύ τη συνεργασία με τις ένοπλες ακροδεξιές οργανώσεις, για τις οποίες εγγυητής ήταν ο Καρμινάτι. Ήδη στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 οι NAR και άλλες νεοφασιστικές οργανώσεις επένδυαν τα χρήματα που εξασφάλιζαν από ληστείες στη διακίνηση ναρκωτικών της Συμμορίας με μεγάλο περιθώριο κέρδους. Οι νεοφασιστικές τρομοκρατικές ομάδες ήταν οι πιο πλούσιες της Ιταλίας, όπως ανακαλύφτηκε το 1982, όταν εξαρθρώθηκε η οργάνωση Τρίτη Τοποθέτηση. Ένα κορυφαίο στέλεχος της οργάνωσης αυτής, ο Ρομπέρτο Φιόρε, κατάφερε να διαφύγει στο Λονδίνο, όπου δημιούργησε την επικερδή τουριστική επιχείρηση Easy London, παίρνοντας μαζί του το ταμείο της οργάνωσης, σύμφωνα με τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Η Συμμορία είχε στενές σχέσεις και τον καθηγητή εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης Άλντο Σεμεράρι, φανατικό ναζιστή, μέλος της Στοάς Π2, συνεργάτη της αντικατασκοπίας SISMI και θεωρητικό της «επιχειρησιακής σύγκλησης» του οργανωμένου εγκλήματος με τις ακροδεξιές δυνάμεις εν όψει μιας «επαναστατικής κίνησης» για την κατάλυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο Σεμεράρι βοηθούσε τη Συμμορία (αλλά και την Καμόρα της Νάπολης) συντάσσοντας ελαφρυντικές πραγματογνωμοσύνες για τους συλληφθέντες και εντοπίζοντας τους δικαστικούς λειτουργούς που μπορούσαν να επηρεαστούν. Οι προσπάθειές του όμως να μετατρέψει τη Συμμορία σε εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση δεν απέδωσαν. Τελικά, ο εγκληματολόγος αποκεφαλίστηκε από την Καμόρα το 1982.

Η ιδιομορφία της Συμμορίας της Μαλιάνας ήταν ότι για πρώτη φορά κατάφερε να ενώσει τις διάσπαρτες μέχρι τότε ομάδες του ρωμαϊκού υπόκοσμου σε μια «ομοσπονδιακού τύπου» οργάνωση, όπου τα κέρδη μοιράζονταν ισότιμα. Η Συμμορία γρήγορα ήρθε σε επαφή με τον λογιστή της Κόζα Νόστρα, εγκατεστημένο στη Ρώμη, Πίπο Καλό, εξασφαλίζοντας προμήθειες σε ηρωίνη και κοκαΐνη. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αναδείχτηκε ως απόλυτος κυρίαρχος της αγοράς ναρκωτικών στην ιταλική πρωτεύουσα.

Η απόλυτη υπεροχή της στον υπόκοσμο έστρεψε προς τη Συμμορία την προσοχή άλλων υπόγειων κέντρων εξουσίας, πρωτίστως των μυστικών υπηρεσιών που εκείνη την εποχή ήταν υπό το έλεγχο της μυστικής αντικομουνιστικής Στοάς Π2 του Λίτσο Τζέλι. Γρήγορα η Π2 χρησιμοποίησε τη Συμμορία σαν εκτελεστικό της όργανο: ουσιαστικά έκανε τη βρώμικη δουλειά. Μετά τη μεγάλη βομβιστική επίθεση στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνιας τον Αύγουστο του 1980, η Π2 και οι ελεγχόμενες μυστικές υπηρεσίες ήθελαν να αποπροσανατολίσουν τις διωκτικές αρχές από τους πραγματικούς υπεύθυνους, τους νεοφασίστες των NAR. Διοργάνωσαν τότε την «τυχαία» ανεύρεση σε κάποιο βαγόνι μιας βαλίτσας με όπλα και ντοκουμέντα που παρέπεμπαν σε ανύπαρκτους «διεθνείς τρομοκράτες» δήθεν υπεύθυνους για τη σφαγή στη Μπολόνια. Ανάμεσα στα όπλα που «ανακαλύφτηκαν» ήταν κι ένα από τα οπλοπολυβόλα που είχε δώσει στο οπλοστάσιο της Συμμορίας ο Καρμινάτι.

Η Συμμορία συμμετείχε και στις έρευνες για την ανεύρεση της τοποθεσίας όπου βρισκόταν κρυμμένος ο πρόεδρος της χριστιανοδημοκρατίας Άλντο Μόρο, κατά την περίοδο της απαγωγής του από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, το 1978. Σύμφωνα με καταθέσεις ανανηψάντων μελών της Συμμορίας, είχαν μάλιστα καταφέρει να εντοπίσουν το κρυσφήγετο όπου οι ερυθροταξιαρχίτες κρατούσαν τον Μόρο, αφού το διαμέρισμα στη βία Μονταλτσίνι βρισκόταν στη συνοικία Μαλιάνα, υπό τον απόλυτο έλεγχό τους. Πολλά μέλη της Συμμορίας μάλιστα κατοικούσαν σε απόσταση λίγων μέτρων από το διαμέρισμα όπου βρισκόταν ο όμηρος. Δεν έχει εξακριβωθεί αν η Συμμορία αρνήθηκε να πληροφορήσει τις διωκτικές αρχές διότι είχε πειστεί ότι οι χριστιανοδημοκράτες δεν ήθελαν να βρεθεί ο Μόρο ζωντανός ή αν οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του διαμερίσματος έφτασαν στους αρμόδιους και αγνοήθηκαν σκόπιμα. Οι καταθέσεις που έδωσαν διάφοροι ανανήψαντες της Συμμορίας είναι αντιφατικές ως προς αυτό.

Απεναντίας, είναι βέβαιο ότι ένας πλαστογράφος της Συμμορίας, ο Τόνι Κικιαρέλι, είναι εκείνος που κατασκεύασε την πλαστή ανακοίνωση Αρ. 7 των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα στις 18 Απριλίου 1978 και ανήγγειλε την δήθεν εκτέλεση του ομήρου. Ήταν μια κίνηση που έγινε κατά παραγγελία των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών, που εκτελούσαν υποδείξεις του αμερικανού εμπειρογνώμονα Στήβεν Πίζενικ, απεσταλμένου του State Department στη Ρώμη ειδικά για την υπόθεση Μόρο. Σκοπός της πλαστής ανακοίνωσης ήταν να δοκιμαστούν οι αντιδράσεις της ιταλικής κοινής γνώμης στην περίπτωση δολοφονίας του ομήρου.

Το 1982 η Συμμορία επενέβη, κατόπιν εντολής της μασονικής Στοάς Π2, και στη γνωστή υπόθεση της Τράπεζας Ambrosiano του Ρομπέρτο Κάλβι. Μετά τη φυλάκιση του Κάλβι για δολία χρεοκοπία και ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, το δικαστήριο του Μιλάνου διόρισε ως ειδικό διαχειριστή τον αντιπρόεδρο της τράπεζας Ρομπέρτο Ροζόνε. Ο κίνδυνος για τους μασόνους συνωμότες ήταν ο νέος διαχειριστής να ανακαλύψει τις δοσοληψίες της τράπεζας με το οργανωμένο έγκλημα και τις παράνομες χρηματοδοτήσεις του Κάλβι στο Βατικανό προκειμένου να σταλούν λεφτά στο αντιπολιτευόμενο πολωνικό συνδικάτο Αλληλεγγύη. Τη δολοφονία του Ροζόνε ανέλαβε ο Ντανίλο Αμπρουτσάτι, ηγετικό στέλεχος της Συμμορίας, που ταξίδεψε γι΄ αυτόν το λόγο στο Μιλάνο. Το πρωί της 27ης Απριλίου ο Αμπρουτσάτι κι ένας συνεργός του περίμεναν επάνω σε μοτοσυκλέτα την άφιξη του Ροζόνε στο γραφείο του. Μόλις τον διέκριναν άρχισαν να πυροβολούν, αλλά ο τραπεζίτης κατάφερε να τους ξεφύγει. Ένας σικουριτάς επενέβη, άνοιξε πυρ και σκότωσε τον Αμπρουτσάτι, επιτρέποντας έτσι στην αστυνομία να μπει στα ίχνη της Συμμορίας.

Η Συμμορία πέθανε, ζήτω η Συμμορία

Η Συμμορία της Μαλιάνας έπαψε να υπάρχει στις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Η εξάρθρωσή της δεν ήταν έργο της δικαιοσύνης: οι συλλήψεις δύσκολα επικυρώνονταν από καταδίκες, αφού η διείσδυση της Συμμορίας στο δικαστικό σώμα είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Η πρώτη «μαφία της Ρώμης» διαλύθηκε εξ αιτίας των εσωτερικών διαφορών που προέκυψαν στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, όταν κάποια ηγετικά στελέχη προσπάθησαν να επενδύσουν τα κέρδη τους σε νόμιμες επιχειρήσεις, προκαλώντας οξύτατες αντιδράσεις από μέρους των κατώτερων στην ιεραρχία, που αισθάνθηκαν εγκαταλελειμμένοι στη μοίρα τους. Ξεκίνησε εσωτερικός πόλεμος με απανωτές δολοφονίες, μέχρις ότου οι λιγοστοί επιζήσαντες περιόρισαν τη δράση τους σε ορισμένες μόνον περιοχές, όπως στην Όστια.

Και ο Καρμινάτι κράτησε χαμηλό προφίλ μετά την αποφυλάκιση του, παρ’ ότι δεν έπαψε ποτέ να σχεδιάζει εγκλήματα: το 1999 χρησιμοποίησε τις παλιές επαφές του στο δικαστικό μέγαρο της Ρώμης και κατάφερε να αδειάσει 147 θυρίδες ασφαλείας στην τράπεζα που έχει τα γραφεία της εντός του μεγάρου. Η λεία ήταν 50 δισεκατομμύρια λιρέτες και κυρίως απόρρητα έγγραφα δικαστών και εισαγγελέων, χρήσιμα για εκβιασμούς και πιέσεις.

Η μεγάλη κληρονομιά όμως που άφησε πίσω της η Συμμορία της Μαλιάνας ήταν αυτή η ικανότητα συνδυασμού του εγκλήματος με κέντρα πολιτικής εξουσίας, κατά προτίμηση της δεξιάς, στο πρότυπο της σικελικής μαφίας. Τα αποτελέσματα είναι μπροστά στα μάτια μας.

 
    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου