Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Ο Δένδιας στο Κόκκινο


Ο Δένδιας στο Κόκκινο:
Ή πώς στο project «συνέχεια του ελληνικού κράτους» τα εθνικά μέτωπα με τον ΣΕΒ επισφραγίζονται με γκλοπ, φυσουνιές και μπουλντόζες

Για δύο περίπου βδομάδες, με αφορμή την πραγματοποίηση του φετινού No Border Camp, μιας ετήσιας διεθνούς καλοκαιρινής συνάντησης ενάντια στην οχύρωση και γενικότερα τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές των ευρωπαϊκών κρατών, στον χώρο του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη, καθημερινά βομβαρδιζόμασταν με εκκλήσεις να παρέμβει πάραυτα το κράτος για να μην τρωθεί το απειλούμενο κύρος του.
Ο «κακός μπάτσος» του ελληνικού κράτους, η πρώην μνημονιακή, κεντρο-αριστερο-δεξιά πτέρυγά του, μέσω της εισαγγελίας πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, της συγκλήτου του ΑΠΘ, ορισμένων αφιονισμένων βουλευτών της ΝΔ, και δεκάδων νοικιασμένων (από τους έλληνες καπιταλιστές τους οποίους ως πιστά κατοικίδια υπηρετούν) νομοταγών συνειδήσεων με προνομιακή πρόσβαση ή επαγγελματική θέση στα media, που παρήγαγαν έναν ορυμαγδό υστερικών δημοσιευμάτων και ρεπορτάζ, ζητούσε να επιβληθεί παραδειγματικά ο «νόμος» και η «τάξη».

Το να καταλαμβάνονται, βλέπεις, για μια βδομάδα κάποιες από τις εγκαταστάσεις ενός δημόσιου εκπαιδευτικού ιδρύματος από ανθρώπους που όλον αυτόν τον καιρό είναι στην πρώτη γραμμή της αλληλεγγύης στους πρόσφυγες θεωρείται σήμερα μια σχεδόν εγκληματικού χαρακτήρα πράξη, για την οποία κανείς πρέπει να απολογείται με χαμηλωμένο βλέμμα, αν δεν χρήζει αυστηρότατου ποινικού κολασμού. Αντίθετα, το πανεπιστημιακό κύρος διασώζεται αν ξεπουλάς καθημερινά την ψυχή και τη δημιουργικότητά σου, ως «ερευνητής» ή «πανεπιστημιακός δάσκαλος», στο χρήμα, προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να μοσχοπουλήσεις την επιστημονική γνώση ως πολύτιμο εμπόρευμα ή «πλεονέκτημα ανταγωνιστικότητας», και αν επιδεικνύεις μια χαμερπή δουλοφροσύνη, κολακεύοντας τις πιο χυδαίες και ανορθολογικές παρορμήσεις προσαρμογής στην άθλια σημερινή πραγματικότητα, και τροφοδοτώντας, με τα ίδια ακριβώς χονδροειδή παραμύθια όπως κάνει και ο τελευταίος συντάκτης του Πρώτου Θέματος, τη μαζική υστερία απέναντι στον «εσωτερικό εχθρό».

Από αυτήν την άποψη, πράγματι, οι συντάκτες της ανακοίνωσης της συγκλήτου του ΑΠΘ, μετά το τέλος του No Border Camp, στην οποία απαριθμούνται, με ένα δακρύβρεχτο ύφος, ως «καταστροφές» μερικές παραβιασμένες πόρτες και μερικά αντιρατσιστικά γκράφιτι σε τοίχους, αξίζουν ένα νόμπελ «κοινωνικής ευθύνης». Μετά από 3 αιώνες διαφωτισμού, αυτοί οι «σοφοί» ευπατρίδηδες, που δεν είχαν βέβαια νιώσει ανάλογα αισθήματα αποτροπιασμού όταν φυλακίζονταν στην Αμυγδαλέζα επ’ αόριστον, με διοικητικές αποφάσεις, δηλαδή στις γκρίζες παρυφές της «νομιμότητας», εκατοντάδες χωρίς χαρτιά εργάτες, ανακάλυψαν ότι το φάρμακο για τις κοινωνικές εντάσεις οι οποίες προκαλούνται όταν εκείνες/οι/α που κάθε φορά στοχοποιούνται ως «ορδές άνομων αγρίων» αντιδρούν στην πραγματική, καθημερινή βαρβαρότητα που δικαιώνει ο «νόμος» είναι το ίδιο με αυτό που όλους αυτούς τους αιώνες πρότειναν ακατάπαυστα, και εφάρμοζαν αδίστακτα, οι κάθε λογής δήμιοι, δικτάτορες, και φασίστες: περισσότερη και εντονότερη καταστολή.

Εκείνο το διάστημα, ο «καλός μπάτσος» του ελληνικού κράτους, η πρώην αντιμνημονιακή, αριστερο-ακροδεξιά του πτέρυγα, μέσω του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, των συνδικαλιστικών παρατάξεων, και των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων κομματικής προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ, αντέτεινε ότι έπρεπε να επιδειχθεί μια κάποια «ψυχραιμία». Και λέμε «μια κάποια», γιατί δυο μέρες αφότου τέλειωσε το No Border Camp, τα ξημερώματα της Τετάρτης 27/7, οι δυνάμεις καταστολής τις οποίες σήμερα διευθύνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εισέβαλαν σε 3 καταλήψεις στέγης μεταναστών/τριών στη Θεσσαλονίκη (Ορφανοτροφείο, Καρόλου Ντηλ και Κοινότητα Hurriya), τις εκκένωσαν και προχώρησαν σε 74 συλλήψεις, ενώ χωρίς χρονοτριβή σε μία από αυτές, στο Ορφανοτροφείο, έφτασαν μπουλντόζες, προσδίδοντας στην όλη αστυνομική κινητοποίηση μια χροιά καταστροφικής παραφοράς, με την εικόνα των ερειπίων να δεσπόζει στο τέλος, αν μη τι άλλο προς παραδειγματισμό. Η αριστερο-ακροδεξιά «ψυχραιμία» ισοδυναμούσε με την ικανότητα να αφήσεις τον «εσωτερικό εχθρό» να κάνει για λίγο τα δικά του, και μετά να επιτεθείς, με μια καλά υπολογισμένη κίνηση, σε ορισμένες από τις υποδομές του. Για άλλη μια φορά, η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου απέδειξε ότι ξέρει καλύτερα από τους προκατόχους της να χειρίζεται τις εστίες κοινωνικής αντίστασης.



Η ίδια κυβέρνηση που στη λεγόμενη «προσφυγική κρίση», ή με άλλα λόγια, στη διεξαγωγή του πολέμου κατά όσων διασχίζουν τα ευρωπαϊκά σύνορα χωρίς χαρτιά, συνδύασε άψογα τα γκλοπ και τις φυσουνιές των ΜΑΤ με τις κουβέρτες των εθελοντών των ΜΚΟ, τα κοντέινερ του στρατοπεδικού εγκλεισμού με τα τρόφιμα που συνέλεγαν από ανθρωπιστικό ενδιαφέρον διάφορες ελληνικές εταιρείες και οι βιτρίνες οργανωμένης «αλληλεγγύης» που είχε στήσει τα προηγούμενα χρόνια ανά την επικράτεια ο ΣΥΡΙΖΑ, η ίδια, λοιπόν, αυτή κυβέρνηση, που καταφέρνει να δένει τόσο καλά μαζί την «κοινωνική ευαισθησία» με την «εθνική ευθύνη», αποφάσισε να επιβάλει τον «νόμο» και την «τάξη» χωρίς τις ρητορικές υπερβολές της ΝΔ ή του Ποταμιού (αξιοποιώντας, όμως, το κλίμα που αυτές οι τελευταίες έχουν ήδη διαμορφώσει, εφόσον αφέθηκαν να διαχυθούν στη δημόσια σφαίρα χωρίς αντίλογο), «ψύχραιμα», «ευαίσθητα» και «υπεύθυνα». Αυτή η κατασταλτική επιχείρηση μάλιστα έγινε την ίδια ημέρα που ο κ. Τσίπρας ανακοίνωνε περήφανα τους «7 πυλώνες ανασυγκρότησης του κοινωνικού κράτους», λίγους μονάχα μήνες πριν βρεθεί στη θέση να ανακοινώσει – κάτι που ξέρουν και οι πέτρες ότι θα γίνει το φθινόπωρο – μια ακόμα δέσμη μέτρων για τη θεσμική κατοχύρωση της εργοδοτικής τρομοκρατίας, ρυθμίζοντας εκ νέου τις εργασιακές σχέσεις κατά τρόπο ώστε να υποτιμηθούν περαιτέρω οι ζωές μας προς όφελος του κεφαλαίου. Σε ένα τέτοιο φόντο, η ανακοίνωση του γραφείου τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με την οποία «η ποινικοποίηση εγχειρημάτων αλληλεγγύης συνιστά πρακτική που δεν έχει καμία σχέση με τις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς», προφανώς πρέπει να εκληφθεί όχι ως κακόγουστο ανέκδοτο, ούτε μονάχα ως ανέξοδη δήλωση για το «ξεκάρφωμα», αλλά ως μια ακόμα πινελιά στον καμβά της αριστερο-ακροδεξιάς εκδοχής διακυβέρνησης: επίταση του αυταρχικού κρατισμού με μεθόδους δικαιολόγησης, ή μάλλον μαζικής εξαπάτησης, που παραπέμπουν στις δημαγωγικές τοποθετήσεις των φοιτητικών αμφιθεάτρων ή του κρατικά ελεγχόμενου «συναινετικού» συνδικαλισμού.

Δεν ξέρουμε αν είναι απαραίτητο να θυμίσουμε ότι αυτή η κυβέρνηση από την αρχή δήλωνε σε όλους τους τόνους ότι ήλθε για να εξασφαλίσει τη «συνέχεια» του ελληνικού κράτους στις νέες συνθήκες που προκλήθηκαν από τη σφοδρότητα της αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στην Ελλάδα. Και μια κυβέρνηση που επιδιώκει να συνεχίσει αυτό που είναι και κάνει το ελληνικό κράτος θα έπρεπε από την αρχή να αναγνωριστεί ως εχθρός της δικής μας κοινωνικής τάξης. Γιατί αυτό που είναι και κάνει το ελληνικό κράτος όλες τις τελευταίες δεκαετίες είναι πολύ συγκεκριμένο, και το τοποθετεί στην πρώτη γραμμή μιας παγκοσμίου εμβέλειας στρατηγικής των καπιταλιστών: η συστηματική και σε βάθος χρόνου υποτίμηση της ζωντανής εργασίας, η αποκατάσταση και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού κεφαλαίου (ασφαλώς εις βάρος μας), η παρανομοποίηση των χωρίς χαρτιά εργατριών/ών, η αντιμετώπιση, τέλος, με όρους πολέμου όσων δεν κρίνονται ως αποδοτικά σώματα για την ομαλή λειτουργία των εκμεταλλευτικών σχέσεων, όσων πλεονάζουν στις εξισώσεις αυτής της συνθλιπτικής κοινωνικής μηχανικής που λέγεται «ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας σε ένα ραγδαία μεταλλασσόμενο διεθνές περιβάλλον», ή για να το μεταφράσουμε καλύτερα, έτσι όπως βιώνεται από όσες/ους πουλάμε τη δύναμή μας προς εργασία για να ζήσουμε, ανάπτυξη του κεφαλαίου πάνω από τα γδαρμένα μας τομάρια.

Δεν ξέρουμε, επίσης, αν είναι απαραίτητο να θυμίσουμε ότι αυτή η κυβέρνηση, που τώρα, διά του Υπουργού Δημοσίας Τάξης, δηλώνει πως οι καταλήψεις στέγης μεταναστριών/ών είναι «χωρίς αιτία» και «καρικατούρα συμβόλων που προκαλούν ανασφάλεια στον περίγυρο», μια «ψευδαίσθηση ελευθερίας», ενώ πληρώνεται ένα σκασμό λεφτά από τα ευρωπαϊκά κράτη (ήτοι: από τη φορολογία, σε τελευταία ανάλυση, των εργατριών/ών στην Ευρώπη), όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις επί μια ολόκληρη δεκαετία, για τη «διαχείριση των προσφυγικών ροών», κατά τη ρατσιστική αργκό της ΕΕ, μέσω τόσο δομών κράτησης όσο και δομών φιλοξενίας, δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να φτιάξει ούτε έναν χώρο ικανό να στεγάσει αξιοπρεπώς έναν έστω και μικρό αριθμό ανθρώπων, ενώ έφτιαξε παντού δομές κατά το πρότυπο της Αμυγδαλέζας, τις οποίες επιπλέον έσπευσε να θέσει υπό τον έλεγχο του στρατού (!). Όπως συνάγεται ξεκάθαρα από όσα δημοσίως έχουν ήδη περιγράψει και καταγγείλει η Διεθνής Αμνηστία και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, οι δομές που έστησε το ελληνικό κράτος όχι απλώς δεν είναι καν μια «ψευδαίσθηση ελευθερίας», αλλά αποτελούν μνημεία καταπίεσης και βαρβαρότητας.

Μια ημέρα μετά τις εκκενώσεις, σε μια από τις «οργανωμένες δομές» της κυβέρνησης, η 29χρονη Σύρια Αζάζ Ράγκντα έχασε τη ζωή της μετά από επιληπτική κρίση, αφού στο συγκεκριμένο «κέντρο υποδοχής» δεν υπήρχε γιατρός και το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ έφτασε μετά από μία ώρα. Αυτό δε θα συνέβαινε ποτέ στο Ορφανοτροφείο, στην κατάληψη της οδού Καρόλου Ντηλ, στην Κοινότητα Hurriya, ή σε οποιαδήποτε άλλη κατάληψη στέγης μεταναστριών/ών. Όχι μόνο επειδή δε βρίσκονται σε απομακρυσμένα από τις πόλεις σημεία, όπως οι κρατικές «οργανωμένες δομές», αλλά και επειδή, σε αντίθεση με τη βαρβαρότητα «με ανθρώπινο πρόσωπο» που προωθεί η ελληνική κυβέρνηση, σε αυτά τα εγχειρήματα δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για μια ρατσιστική διατίμηση της ανθρώπινης ζωής. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλά περιθώρια, ή τουλάχιστον επιδιώκεται συνειδητά να διανοιχθεί χώρος, για την ενδυνάμωση των μεταναστριών/ ών, για την ενίσχυση της ικανότητάς τους να διαμορφώνουν ως ενεργά υποκείμενα κι οι ίδιες/ οι την πραγματικότητά τους. Αυτό πιθανόν να εννοεί και ο κ. Τόσκας όταν αναφέρεται στην πρόκληση «ανασφάλειας στον περίγυρο».

Με όσες ΜΚΟ και να συνεργάζεται, όσες δόσεις ανθρωπισμού κι αν βάζει στο δικό της ιδιαίτερο μείγμα πολιτικής, όσο κι αν προσπαθεί να σφετεριστεί τις ποικίλες μορφές υλικής και ηθικής στήριξης από τμήματα της εργατικής τάξης που ζουν ήδη εδώ προς όσες/ους διασχίζουν χωρίς χαρτιά τα σύνορα, η τωρινή ελληνική κυβέρνηση, το ίδιο όπως και οι προκάτοχοί της, μεταχειρίζονται τις μετανάστριες/ες ως όντα που μπορούν να μεταφέρονται κατά το δοκούν, να φυλακίζονται, να κακοποιούνται, να πνίγονται, και που και που να σιτίζονται από ελεημοσύνη ή με ό,τι περισσεύει στις κουζίνες των εταιρειών catering που έκαναν και κάνουν πάρτι με τα ευρωπαϊκά κονδύλια για τα κέντρα κράτησης. Μιλάμε, εξάλλου, για την ίδια εκείνη κυβέρνηση που πρωταγωνίστησε στη διαμόρφωση της πρόσφατης αντιμεταναστευτικής συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και του τουρκικού κράτους, μιας συμφωνίας στην οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση ακόμα και το ιδιαίτερο διεθνές νομικό καθεστώς για την προστασία των προσφύγων.

Θα χρειαζόταν, τέλος, να θυμίσουμε ότι όταν πριν μερικές βδομάδες φασίστες κατέλαβαν στον Βοτανικό τον χώρο που προορίζεται να γίνει τζαμί για τους Μουσουλμάνους που ζουν στην Αθήνα, ισχυριζόμενοι ότι θα τον μετατρέψουν σε «hot-spot» (sic! οι φασίστες πάντα θαυμάζουν τα επίκαιρα παραδείγματα στρατοπεδικού τύπου «φιλοξενίας»…) για «Έλληνες άστεγους», δεν υπήρξε καμιά υστερική κραυγή, καμιά κυβερνητική αντίδραση, καμιά προσπάθεια διασφάλισης της «νομιμότητας»;

Όλα αυτά, όμως, είναι λεπτομέρειες … Ναι, συμφωνούμε, αυτές είναι ακριβώς οι λεπτομέρειες του καθημερινού ταξικού πολέμου που διεξάγει το ελληνικό κράτος, λεπτομέρειες που σημαδεύουν καθημερινά χιλιάδες ζωές, και τροφοδοτούν τον ελληνικό φασισμό με ακόμα περισσότερη καύσιμη ύλη.

Η επίθεση στις υποδομές ταξικής αλληλεγγύης που έχουν δημιουργηθεί από το ανταγωνιστικό κίνημα, από συλλογικότητες που προσπαθούν να συναρθρώσουν την αλληλοβοήθεια με την εναντίωση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, είναι άλλη μια επίθεση ενάντια στην τάξη μας. Πέραν του να κάμψει ή να καταστείλει, στόχος της είναι και να αποσοβήσει παραδειγματικά και έγκαιρα τους κινδύνους, για την ομαλή αναπαραγωγή των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, που στην τωρινή συγκυρία κυοφορεί κάθε πραγματική συνάντηση μεταξύ των προλετάριων με χαρτιά και εκείνων που δεν έχουν, των πολιτικά ορατών και των αόρατων. Και πρέπει, επιτέλους, να πάψουμε να δεχόμαστε τα χτυπήματα, το ένα μετά το άλλο, αναπάντητα.

Αν εδώ και τρία χρόνια ήταν κυρίως ο αντιφασιστικός αγώνας που διέκοπτε την κοινωνική νηνεμία, τώρα είναι αναγκαίο να ξαναπιάσουμε το νήμα της ταξικής αντίστασης, και να το απλώσουμε παντού, ακριβώς γιατί η επίθεση των αφεντικών είναι καθολική, ανελέητη και αδιάλλακτη. Ας αρχίσουμε να τους δείχνουμε, όλο και πιο συχνά όλο και πιο ηχηρά, ότι οι «καλοί μπάτσοι» και οι «κακοί μπάτσοι» δεν παίζουν μόνοι τους, κι ότι αυτό το παιχνίδι, αυτή η, μακράς διάρκειας και με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, επίθεση, που αποβλέπει στην απαξίωση των ζωών μας, δε θα εξελιχθεί όπως φαντάζονται ή προεξοφλούν στις οικονομικο-τεχνικές αναλύσεις τους για το προβλεπόμενο μέλλον, αλλά όπως, σε κάποιους από τους χειρότερους και πιο απωθημένους εφιάλτες τους, φοβούνται.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ!

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ!

ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΝΤΟΠΙΩΝ-ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ!

 
Αντιφασιστική Πρωτοβουλία Βύρωνα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου