Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

"Παράτυποι", "επιλέξιμοι", "απελάσιμοι": η αργκό της ελληνικής και ευρωπαϊκής θανατοπολιτικής


Με αφορμή τις πρόσφατες αποφάσεις των κρατών της ΕΕ για τη λεγόμενη "προσφυγική κρίση", το Αντιρατσιστικό Παρατηρητήριο του Πανεπιστημίου Αιγαίου δημοσίευσε ένα κείμενο στο οποίο θίγεται το ζήτημα του διαχωρισμού μεταξύ "επιλέξιμων προσφύγων" και "απελάσιμων μεταναστών" (το αναδημοσιεύουμε παρακάτω). Το ενδιαφέρον σε αυτό το κείμενο δεν έγκειται μόνο στο ότι επισημαίνει τη σημασία αυτού του διαχωρισμού στη σημερινή αντιμεταναστευτική πολιτική των ευρωπαϊκών κρατών, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι το ίδιο το κείμενο είναι ενδεικτικό των κραυγαλέων αντιφάσεων στις οποίες καταλήγει, και των εφησυχαστικών παραδοχών απ' τις οποίες εκκινεί, μια πολιτική τοποθέτηση απέναντι στον σύγχρονο ευρωπαϊκό ρατσισμό και φασισμό που αποφεύγει να αμφισβητήσει ριζικά την αντιμεταναστευτική πολιτική.


Πρόκειται για μια πολιτική τοποθέτηση που καταλήγει να εμφανίζει ως λύση του προβλήματος αυτό ακριβώς που είναι, επί της ουσίας, το πρόβλημα, αυτό ακριβώς που οδηγεί στο θάνατο χιλιάδες ανθρώπους καθώς προσπαθούν να διασχίσουν τα σύνορα: τη συντονισμένη δράση των ευρωπαϊκών κρατών για την αντιμετώπιση των προσφύγων και των μεταναστών με όρους «έκτακτης ανάγκης», δηλαδή με τρόπους πολιτικής, αστυνομικής και στρατιωτικής κινητοποίησης οι οποίοι συνήθως αντιστοιχούν σε μεγάλες φυσικές καταστροφές ή πολέμους.

Σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, αυτή η προσέγγιση υιοθετούνταν για κάποιον καιρό από τον ΣΥΡΙΖΑ (ή τουλάχιστον, το τμήμα της αριστερής του πτέρυγας που δε συναινούσε έμμεσα ή άμεσα στον εξελισσόμενο πόλεμο των συνόρων). Σήμερα, εξακολουθούν να την υιοθετούν αρκετές ΜΚΟ, ιδίως εκείνες που επιδιώκουν να λειτουργήσουν "εποικοδομητικά" στο νέο πολιτικό περιβάλλον που προέκυψε μετά την κυβερνητική συνεργασία της Αριστεράς με την (μη ναζιστική) Άκρα Δεξιά. Το κεντρικό της μοτίβο πάει κάπως έτσι: η "Ευρώπη-φρούριο", δηλ. η στρατιωτικοποίηση των συνόρων, οι φράχτες, η Frontex, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κ.ο.κ., είναι αποτέλεσμα ιδεολογικών αγκυλώσεων ή φοβικών αντανακλαστικών στις κορυφές των ηγεμονικών ευρωπαϊκών κρατών. Είναι μεν κάτι σοβαρό, αφού αφορά τις ζωές πολλών χιλιάδων ανθρώπων, αλλά είναι, επίσης, και δείγμα "ατολμίας", "αποσπασματικότητας", ή αποτέλεσμα μιας κάποιου είδους σπασμωδικής αντίδρασης των ευρωπαϊκών γραφειοκρατιών σε ένα πρόβλημα που υπερβαίνει τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες και τα κοντόφθαλμα πρωτόκολλα λειτουργίας και δράσης τους. Αρκεί, λοιπόν, να επιδιωχθεί μια "συνολική πολιτική ευρωπαϊκή λύση" και να προταχθεί μια προσέγγιση πιο "ολιστική" και περιεκτική, ώστε να γίνει αντιληπτός ο παραλογισμός της ευρωπαϊκής συνοριακής οχύρωσης, και να εγκαταλειφθεί η σημερινή πολιτική που είναι και δαπανηρή και "αναποτελεσματική".



Το πρόβλημα με την παραπάνω θέση είναι ότι η σημερινή αντιμεταναστευτική πολιτική των ευρωπαϊκών κρατών δεν είναι ούτε άτολμη ούτε αποσπασματική. Αντίθετα, αποτελεί μια εξαιρετικά τολμηρή και δραματικά επινοητική (αρκεί να σκεφτούμε πόσες θεσμικές καινοτομίες έχει ήδη παραγάγει) "ενιαία ευρωπαϊκή ανταπόκριση έκτακτης ανάγκης" που προωθεί, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, στη δεδομένη ιστορική συγκυρία, τα συμφέροντα των αφεντικών. Γιατί τα ευρωπαϊκά κράτη δεν είναι ουδέτερες πολιτικές δομές διαχείρισης των κοινών υποθέσεων. Είναι καπιταλιστικά κράτη: στρατηγεία οργάνωσης των εκμεταλλευτών, ελέγχου και αποδιοργάνωσης των εκμεταλλευόμενων.


Υπό αυτό το πρίσμα, ούτε ο "Ξένιος Δίας", με την προσαγωγή 84.792 ανθρώπων μέσα σε μόλις 6 μήνες, μόνο στην Αθήνα, με μόνο γνώμονα το χρώμα του δέρματός τους, ούτε η Αμυγδαλέζα, με τον εγκλεισμό "παράτυπων" μεταναστών για χρονικά διαστήματα που πολύ συχνά ξεπερνούσαν τους 18 μήνες, ήταν παράλογες κρατικές επιλογές. Διαμόρφωσαν την κοινωνική εμπειρία και συνέβαλαν στην αναδόμηση των κοινωνικών σχέσεων προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, που όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, και γενικά τα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη, ακολουθούν. Χάρη σε αυτές τις "δαπανηρές" κατασταλτικές εκστρατείες κατοχυρώθηκε μια κατάσταση εξαίρεσης για τους "ξένους", που αντιμετωπίζονται ως ανθρώπινα όντα χωρίς δικαιώματα, ως αντικείμενα αστυνομικής διαχείρισης και ανθρωπιστικής ελεημοσύνης, απόλυτης κυριαρχίας και απόλυτης εκμετάλλευσης, για να ακολουθήσει η αξιοποίηση αυτού του καθεστώτος εξαίρεσης ως μοχλού, τετελεσμένου ή πήχη, για μια συνολική υποτίμηση της εργασίας και απαξίωση της ζωής των προλεταρίων, ακόμα και αυτών που σήμερα έχουν ιθαγένεια. Βέβαια, αυτή η εξέλιξη δε δρομολογήθηκε παντού με τον ίδιο βάναυσο τρόπο, όπως συνέβη στην Ελλάδα, μια χώρα τόσο "φιλόξενη" που μετράει αλλεπάλληλες καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για απάνθρωπη και εξευτελιστική συμπεριφορά απέναντι σε μετανάστες. Αλλά, πάντως, δρομολογήθηκε παντού και συντονισμένα, υπό την ίδια μάλιστα επωδό, που συχνά επαναλαμβανόταν, χωρίς διφορούμενα, και από επίσημα χείλη: η μετανάστευση προς την Ευρώπη από φτωχές ή εμπόλεμες χώρες πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εισβολή εχθρών που ανήκουν σε μια κατώτερη βαθμίδα της πολιτικής και κοινωνικής οντολογικής ιεραρχίας (είναι "λαθραίοι" άνθρωποι), και πρέπει να τύχουν της ανάλογης μεταχείρισης.


Αν μια κοινωνία έχει αποδεχτεί ως κάτι το "κανονικό" να φυλακίζονται επί μήνες σε κοντέινερ "ξένοι" εργάτες μόνο και μόνο επειδή δεν έχουν χαρτιά, είναι προφανές ότι θα αποδεχτεί επίσης ως κάτι το "κανονικό" οι "ντόπιοι" εργάτες να δουλεύουν απλήρωτοι επί μήνες επειδή το αφεντικό έχει "οικονομικές δυσκολίες". Αφού "υπάρχουν και χειρότερα", κάθε πτώση προς τα κάτω μπορεί να εμφανίζεται και ως προσωρινή αποφυγή της έσχατης κατάπτωσης. Το θεσμικό οπλοστάσιο που τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν στήσει τα τελευταία χρόνια παρανομοποιώντας τις/ους μετανάστριες/ες, είναι μια εντελώς λογική εξέλιξη και μια πολύ χρήσιμη επινόηση αν την τοποθετήσουμε στο σωστό της κάδρο, αν τη δούμε ως κεντρική πτυχή της γενικότερης στρατηγικής του κεφαλαίου για την καθυπόταξη και υποτίμηση της ζωντανής εργασίας, μέσω της δημιουργίας ενός αναλώσιμου, πλεονάζοντος πληθυσμού, και της αντιμετώπισης γενικά της εργατικής τάξης ως εχθρού που πρέπει να περιοριστεί σε ελεγχόμενες ζώνες ύπαρξης μηδαμινής σχεδόν πολιτικής ορατότητας (γκετοποιημένα, αστυνομοκρατούμενα προάστια, επισφάλεια, σκατοδουλειές μικρής διάρκειας, γκρίζα ή ακόμα και μαύρη αγορά εργασίας, προγράμματα «κατάρτισης» ή «κοινωφελούς εργασίας», και πάει λέγοντας) [1].

Η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών μόνο μετά από μια τέτοια συνολική υποτίμηση είναι εφικτή. Αυτή είναι η "σκληρή αλήθεια" που κάθε λογής ειδικοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, οικονομολόγοι, δεν έχουν κουραστεί να μας λένε τα τελευταία χρόνια με χίλιους δυο τρόπους. Αυτό εννοούν κάθε φορά που ξεστομίζουν τη λέξη «ανταγωνιστικότητα», συχνά χωρίς να μπαίνουν καν στον κόπο να το κουκουλώσουν με πιο ανώδυνες διατυπώσεις. Και μια τέτοια η υποτίμηση, με τη σειρά της, προϋποθέτει μια σειρά από διαχωρισμούς και διαβαθμίσεις: "ξένοι" και "ντόπιοι", "απελάσιμοι" και "επιλέξιμοι", "νόμιμοι" και "παράτυποι", προσωρινά αξιοποιήσιμοι και μη αξιοποιήσιμοι, "παράγοντες ανάπτυξης" και "παράγοντες κόστους", ώστε τελικά ο πάτος του κοινωνικού βαρελιού να πηγαίνει όλο και κάτω, και να γίνεται όλο και πιο ευρύχωρος, με όλο και μεγαλύτερα τμήματα του προλεταριάτου να γίνονται αναλώσιμα. Γι' αυτό έχουν δαπανηθεί και συνεχίζουν να δαπανώνται τόσοι οικονομικοί πόροι και τόση ενέργεια προκειμένου να στηθούν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα τα θεσμικά οικοδομήματα, τα παρακρατικά μαφιόζικα κυκλώματα και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί που απαιτεί η παρανομοποίηση των μεταναστριών/ών. Γι' αυτό, άλλωστε, και η Αμυγδαλέζα, αυτό το αποκρουστικό μνημείο σύγχρονης βαρβαρότητας που οραματίστηκαν ο Παπουτσής και ο Χρυσοχοϊδης, για να το υλοποιήσει λίγο αργότερα ο Δένδιας, εξακολουθεί και παραμένει εν λειτουργία από την "κοινωνικά πιο ευαίσθητη" κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. 


Τα κράτη που αποτελούν τη σημερινή «Ενωμένη Ευρώπη» δε μεταρρυθμίζονται προς το ανθρωπιστικότερο (παρά μόνο αν εννοούμε εδώ τον κυρίαρχο σήμερα υποκριτικό ανθρωπισμό που αλληλοσυμπληρώνεται με την αστυνομική βία), γιατί δεν πάσχουν από "μυωπικές προσεγγίσεις" ή "συντηρητικές ιδεολογικές εμμονές". Αν σήμερα λειτουργούν ως μηχανές θανάτου στη Μεσόγειο, αυτό δεν είναι μια κηλίδα στις "ευρωπαϊκές δημοκρατικές παραδόσεις". Αυτό είναι το πραγματικό τους πρόσωπο, το αληθινό βάθος της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής κανονικότητας. Γι' αυτό ο αγώνας ενάντια στο σύγχρονο ρατσισμό και φασισμό οφείλει να είναι και αγώνας εναντίον τους.
  
lenorman

[1] Μια ανάλυση, που δικαίως αποτελεί σήμερα ένα κινηματικό σημείο αναφοράς, για αυτή τη στρατηγική στο ελληνικό συγκείμενο δημοσιεύτηκε το 2009 από τις Αυτόνομες Ομάδες Μηδέν Άπειρο, Σαχ και No Woman's Land: Σχεδόν ... αόρατοι: Η παρανομοποίηση της εργασίας ως κρατική στρατηγική για τη μετανάστευση (επανεκδόθηκε το 2013 από τη συνέλευση Antifa Scripta).


Ακολουθεί το κείμενο του Αντιρατσιστικού Παρατηρητηρίου του Πανεπιστημίου Αιγαίου (αναδημοσίευση από το site του Ανεξάρτητου Ειδησεογραφικού Πρακτορείου, 15/09/15):

ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ «ΕΥΡΩΠΗ – ΦΡΟΥΡΙΟ» ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Το καλοκαίρι του 2015 ορισμένα από τα νησιά του Αιγαίου (κυρίως, Λέσβος, Χίος, Κως, Λέρος, Σάμος) δέχθηκαν ένα τεράστιο κύμα προσφύγων, που ξεπερνούσε κατά πολύ τις υπάρχουσες δυνατότητές τους σε υποδοχή και φιλοξενία. Χαρακτηριστικά, η Λέσβος μόνο τον περασμένο Ιούλιο δέχθηκε σχεδόν 55 χιλιάδες μεταναστεύοντες ανθρώπους, ενώ ο αριθμός των αφίξεων στο νησί ολόκληρο το 2014 ήταν σχεδόν 12 χιλιάδες και το 2013 λιγότεροι από 4 χιλιάδες (βλ. εδώ)
! Αυτό το καλοκαίρι βιώσαμε όψεις μιας αληθινής ανθρωπιστικής κρίσης, μια κατάσταση που θα είχε γίνει τραγική αν δεν είχαν κινητοποιηθεί αυτενεργώς και ποικιλοτρόπως εκατοντάδες αλληλέγγυοι εθελοντές για να βοηθήσουν με χίλιους τρόπους τους κατατρεγμένους που κατευθύνονται από την Μέση Ανατολή, την κεντρική και νότια Ασία και τη βόρεια Αφρική προς την Ευρώπη.

Εκείνες οι δύσκολες καλοκαιρινές μέρες φαίνεται προς το παρόν να πέρασαν, όμως ο συναγερμός δεν έληξε. Γνωρίζουμε ότι εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων όλων των ηλικιών βρίσκονται στην Ιορδανία, τον Λίβανο και την Τουρκία αναμένοντας την πρώτη ευκαιρία για να περάσουν στην ευρωπαϊκή «γη της επαγγελίας». Όμως, τα οδυνηρά γεγονότα που εξελίχθηκαν τους τελευταίους μήνες στις χώρες της βαλκανικής Χερσονήσου και της κεντρικής Ευρώπης, με αφορμή τη «διαχείριση» του μεγάλου προσφυγικού ρεύματος προς τη βόρεια Ευρώπη, φαίνεται ότι οδήγησαν την ΕΕ σε μια νέα στρατηγική σύλληψη της «διαχείρισης» που δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό για το μέλλον. Οι βασικοί στόχοι αυτής της στρατηγικής είναι να ανακοπεί δραματικά το προσφυγικό ρεύμα και για τον σκοπό αυτό πρέπει να ολοκληρωθεί και τελειοποιηθεί η οικοδόμηση της «Ευρώπης –φρουρίου».

Αυτό τον στόχο εξυπηρετούν οι κεντρικά σχεδιαζόμενες ευρωπαϊκές πολιτικές για: (α) σαφή διάκριση ανάμεσα σε πρόσφυγες και μετανάστες, (β) ενδυνάμωση της Frontex και των δυνάμεων αποτροπής της θαλάσσιας μετακίνησης και στρατιωτικοποίηση των θαλάσσιων συνόρων τόσο στο Αιγαίο όσο και ευρύτερα στη Μεσόγειο, (γ) δημιουργία hotspots στα νησιά του Αιγαίου και αλλού για έναν διοικητικά αποτελεσματικό διαχωρισμό μεταξύ προσφύγων και μεταναστών, με τους δεύτερους να απελαύνονται με ταχείες διαδικασίες και (δ) ανάθεση ρόλου χωροφύλακα στην Τουρκία για την ενίσχυση των πολιτικών αποτροπής και αποθάρρυνσης της διέλευσης των θαλάσσιων οδών του Αιγαίου. Προφανώς, η ΕΕ, απέναντι στην τεράστια ανθρωπιστική κρίση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, επιλέγει να ενσωματώσει τις απαντήσεις της στη σκληρή λογική των προηγούμενων ετών, τη λογική ενός ερμητικά κλειστού φρουρίου που επιτρέπει στοχευμένα τη διέλευση στην ευρωπαϊκή γη πολύ μικρού αριθμού διωκόμενων από εμπόλεμες χώρες της Αφρικής και της Ασίας, στη λογική της άμεσης ενσωμάτωσής τους στο φθηνό εργατικό δυναμικό της Γερμανίας και άλλων χωρών. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση για μετεγκατάσταση μόνο 160 χιλιάδων προσφύγων στην ΕΕ, αριθμός εξοργιστικά μικρός αν αναλογιστούμε τις πραγματικές ανάγκες.

Την ίδια στιγμή η δραστική περικοπή στη χρηματοδότηση επισιτιστικών και υγειονομικών προγραμμάτων από διεθνείς οργανισμούς (π.χ. την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες) έχει χειροτερεύσει την ήδη κρίσιμη κατάσταση των προσφύγων σε όλη τη Μ. Ανατολή, και σίγουρα θα δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερα προσφυγικά ρεύματα προς την Ευρώπη (βλ. εδώ).



Ενώ είναι σαφές ότι μόνο με μια ενιαία ευρωπαϊκή ανταπόκριση έκτακτης ανάγκης θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η παρούσα προσφυγική κρίση, τα Ευρωπαϊκά κράτη συνεχίζουν να υιοθετούν μια αποσπασματική προσέγγιση, μια απροθυμία αλλά και μια διάθεση περιχαράκωσης, η οποία υπονομεύει τις προσπάθειες ανοικοδόμησης της υπευθυνότητας, της αλληλεγγύης και της εμπιστοσύνης. Μια στάση που προκαλεί χάος και απελπισία σε χιλιάδες γυναίκες, άνδρες και παιδιά-πρόσφυγες. Το πρόβλημα αντιμετωπίζεται, έως τώρα, με συνειδητό τρόπο σποραδικά και μεμονωμένα, καθώς περιορίζεται στις πολλαπλές πρωτοβουλίες παρέμβασης, οι οποίες όμως αδυνατούν, όπως αποδεικνύεται, να μετατραπούν σε μια ισχυρή κοινή ευρωπαϊκή ανταπόκριση στη βάση των αξιών της Ευρώπης, ώστε να καλυφθούν οι βασικές ανθρωπιστικές και κοινωνικές ανάγκες των ανθρώπων όταν φτάνουν στον προορισμό τους αλλά και όταν διασχίζουν μια χώρα. Η υποστήριξη αυτή είναι αναγκαία και σε χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ και αποτελούν σημεία διέλευσης (transit) των προσφύγων και μεταναστών.

Παράλληλα, χρειάζεται να ληφθούν επειγόντως μέτρα για τη σταθεροποίηση της κατάστασης στη γειτονιά της Ευρώπης, μεταξύ άλλων μέσω της παροχής επιπρόσθετης χρηματοδότησης για ανθρωπιστική βοήθεια καθώς και μέσω διαρθρωτικής στήριξης στις χώρες που φιλοξενούν μεγάλους προσφυγικούς πληθυσμούς. Η υποστήριξη αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με μια ταχεία αύξηση των νόμιμων ευκαιριών ώστε να έχουν οι πρόσφυγες πρόσβαση στην Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης και της εισόδου για ανθρωπιστικούς λόγους, της οικογενειακής επανένωσης και των θεωρήσεων εισόδου για λόγους σπουδών ή ανθρωπιστικούς λόγους.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη, όπου έχουν σημειωθεί φέτος πάνω από 500.000 νέες αφίξεις μέσω θαλάσσης, είναι πρωταρχικά μια προσφυγική κρίση (βλ. σχετικά εδώ). Η μεγάλη πλειοψηφία όσων καταφτάνουν στην Ελλάδα και συνεχίζουν το ταξίδι τους προέρχονται από ζώνες σύρραξης όπως η Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ (βλ. σχετικά εδώ).

Μια τέτοια κατάσταση έκτακτης ανάγκης μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω μιας ολιστικής και ολοκληρωμένης προσέγγισης, εάν όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. συνεργαστούν μαζί με εποικοδομητικό τρόπο. Η ανάδειξη της συνεργασίας σε επίπεδο κρατών μελών μπορεί επίσης να επηρεάσει θετικά τους πολίτες των χωρών ως προς την ενίσχυση της αλληλεγγύης τους απέναντι σε προσφυγικούς πληθυσμούς, και παράλληλα να αποτρέψει φαινόμενα ξενοφοβικά και ρατσιστικά.

Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει.

Το Αντιρατσιστικό Παρατηρητήριο του Πανεπιστημίου Αιγαίου εκτιμά ότι η «αξιακή» και διοικητική βάση των σχεδιαζόμενων πολιτικών της ΕΕ είναι ο γεωπολιτικά αυθαίρετος και ο πολιτικά ανεπίτρεπτος διαχωρισμός των διωκόμενων προσώπων σε «επιλέξιμους πρόσφυγες» και «απελάσιμους οικονομικούς μετανάστες». Η ΕΕ και τα ηγεμονικά σε αυτή κράτη διείδαν ότι η πολιτική του «φρουρίου» που προέκριναν πρέπει να συνάδει έστω και οριακά με τις ανθρωπιστικές παρακαταθήκες του ιστορικού ευρωπαϊκού πνεύματος. Για τον λόγο αυτόν και υπό την πίεση ενός διαμορφούμενου ισχυρού ρεύματος αλληλεγγύης των απλών πολιτών της Ευρώπης προς τους πρόσφυγες, συνοδεύουν την απόφαση να κλείσουν τα ευρωπαϊκά σύνορα στους παρείσακτους με ορισμένες «πινελιές» ανθρωπισμού, όπως είναι η απόφαση για μετεγκατάσταση μόνο 160 χιλιάδων προσφύγων στην ΕΕ των 508 εκατομμυρίων κατοίκων! Σε αυτό το πλαίσιο, ο παραπάνω διαχωρισμός εξυπηρετεί επειδή φαίνεται να λύνει το διπλό πρόβλημα: αφενός επιτρέπει το ουσιαστικό κλείσιμο των ευρωπαϊκών συνόρων, αφετέρου δίνει την εντύπωση μιας ευρωπαϊκής ηγεσίας που νοιάζεται για τους πιο ευάλωτους.

Εντούτοις, ο διαχωρισμός σε πρόσφυγες και μετανάστες αποδεικνύεται παντελώς ανυπόστατος. Στηρίζεται σε μια σύλληψη των γεωπολιτικών δεδομένων που αγνοεί τις σύγχρονες εξελίξεις. Οι πόλεμοι πλέον προσλαμβάνουν διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1950 στην οποία ορίστηκαν διοικητικά και σε διεθνές επίπεδο οι ιδιότητες των προσφύγων και των μεταναστών. Πώς είναι δυνατό να χαρακτηρίζονται και να υφίστανται μεταχείριση «οικονομικών μεταναστών» άνθρωποι που υπό το βάρος πολεμικών και τρομοκρατικών απειλών βιώνουν καθημερινά το φόβο της δίωξης, της εξόντωσης, της λιμοκτονίας ή απλά δεν υπάρχει στην περιοχή τους σχολείο για να μορφωθούν τα παιδιά τους; Με ποια κριτήρια ένα άτομο αποδιωγμένο από το Αφγανιστάν ή το Ιράκ δεν είναι πρόσφυγας, αλλά αποτελεί «οικονομικό μετανάστη»; Ποιος ορίζει το περιεχόμενο και τα όρια της αβίωτης ζωής; Μήπως, οι ενοχές της ηγεσίας της ΕΕ την κάνουν να λησμονεί πολύ γρήγορα πόσο μακροπρόθεσμες είναι οι συνέπειες των πολεμικών συρράξεων που η ίδια υποδαύλισε; Πώς γίνεται οι προσπάθειες των ανθρώπων που προσφεύγουν σε άλλες χώρες με την ελπίδα μιας βιώσιμης ζωής να χωρίζονται σε «τεκμηριωμένη αποφυγή κινδύνων θανάτου ή δίωξης» από τη μια, και «προσδοκίες βελτίωσης της ποιότητας ζωής» από την άλλη; Ποιος αποφασίζει ποιοι θα ζήσουν και ποιοι θα πεθάνουν, είτε μέσα στις χώρες τους είτε στα σύνορα με την «πολιτισμένη Δύση», είτε στις διαδρομές εντός της τελευταίας; Ποιος κατέχει την εξουσία της ζωής και του θανάτου πάνω στους κυνηγημένους αυτής της γης;



Μήπως, ξεκινώντας από εκφράσεις κλισέ του προσφυγικού δικαίου, όπως «βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης», θα έπρεπε να ορίσουμε ξανά από την αρχή τι σημαίνει «φόβος», τι σημαίνει «δικαιολογημένος φόβος» και τι σημαίνει «δίωξη», αν τα δούμε όλα αυτά από την οπτική εκείνων που τα βιώνουν πάνω στο πετσί τους; Από πού αντλεί το δικαίωμα η ΕΕ να ορίζει χώρες, εθνικότητες και εθνότητες ολόκληρες που αποκλείονται από το «καθεστώς του πρόσφυγα», υπονοώντας ότι τα μέλη των αντίστοιχων πληθυσμιακών ομάδων δεν δικαιούνται να αισθάνονται αφόρητες τις συνθήκες της ζωής τους στις χώρες προέλευσης; Πώς είναι δυνατόν πληθυσμοί ολόκληροι να χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως «οικονομικοί μετανάστες» και όχι πρόσφυγες, ενώ ακόμη και το υπάρχον προσφυγικό δίκαιο προβλέπει ότι στην διαδικασία αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα συνεκτιμάται η ειδική θέση του ατόμου (πιθανότητα δίωξης), και εφαρμόζεται η αρχή σύμφωνα με την οποία η αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα είναι πράξη ανθρωπιστική; 


Σήμερα, αναφορικά με το προσφυγικό ζήτημα, ανοίγεται μέσα στην ευρωπαϊκή ήπειρο ένα μεγάλο μέτωπο με δύο αντιπάλους. Από τη μια στέκεται η νεοφιλελεύθερη συμμαχία της πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας με τη συντήρηση, το ρατσισμό και ενίοτε τον φασισμό. Απέναντί της ορθώνονται οι δυνάμεις της αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, οι δημοκρατικοί πολίτες, οι απλοί άνθρωποι, οι «από κάτω» της Ευρώπης. Όσοι ανήκουμε στους αλληλέγγυους καλούμαστε να αγωνιστούμε για να αποτρέψουμε τη στρατιωτικοποίηση των θαλάσσιων συνόρων, την εγκατάσταση hotspots που θα αποφασίζουν με ανυπόστατα κριτήρια διαχωρισμού των ανθρώπων ποιοι θα μείνουν και ποιοι θα επιστρέψουν πίσω, τη διαιώνιση των κινδύνων για τις ζωές των ανθρώπων που προκαλούνται από τις συνθήκες παράνομης μετακίνησης. Ταυτόχρονα, καλούμαστε να αγωνιστούμε τόσο για να ανοίξουν νόμιμες και ασφαλείς δίοδοι μετανάστευσης προς την Ευρώπη, όσο και να σταματήσουν αμέσως οι πόλεμοι και οι καταστροφές που προκαλούν τη μαζική φυγή του άμαχου πληθυσμού.  

Αντιρατσιστικό Παρατηρητήριο Πανεπιστημίου Αιγαίου
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου